Αποτελεί κοινό τόπο να επαναλάβομε ότι η οποιαδήποτε πολιτική ενός σύγχρονου και ανανεωμένου σοσιαλιστικού κινήματος θα πρέπει να διέπεται και να προσδιορίζεται από την έννοια και την αξία της Ποιότητας.
Ειδικότερα κάνοντας λόγο για τον Πολιτισμό και επιχειρώντας να προτείνομε τις, κατά την κρίση μας, βασικές πολιτικές θέσεις του ΠΑΣΟΚ στον τομέα του Πολιτισμού, θεωρούμε κρίσιμη την αποδοχή ότι η οποιαδήποτε μορφή ανάπτυξης του τομέα του Πολιτισμού επιβάλλεται να διέπεται από τον ουμανισμό και τον ανθρωπισμό, αξίες που τις τελευταίες δεκαετίες ο εικοστός αιώνας έδειξε ότι λησμόνησε, και να στοχεύει στην συνεχή βελτίωση της ποιότητας ζωής του Ανθρώπου. Ας θεωρήσομε την ανάπτυξη του τόπου μας όχι μόνον ως οικονομικό ή οικονομίστικο μέγεθος, αλλά ας νοηθεί και ως η ανθρώπινη ευτυχία και ευδαιμονία.
Μέχρι σχετικά πρόσφατα, όχι περισσότερο ίσως από μερικές δεκαετίες, η κρατούσα άποψη για τον Πολιτισμό ήταν ότι επρόκειτο για μια δραστηριότητα λίγο πολύ δευτερεύουσα και πολυτελή, η οποία απασχολούσε και ενδιέφερε κυρίως το ειδικό κοινό των φιλοτέχνων, τους δημιουργούς ή αυτούς που είχαν κάποια ειδική δεξιότητα ή έφεση, ή ακόμα και τις ανθηρότερες οικονομικές τάξεις. Μια τέτοια αντίληψη έχει πλέον παρέλθει ανεπιστρεπτί, και η προσφορά του ΠΑΣΟΚ στην αλλαγή αυτή είναι τεράστια και κεφαλαιώδους σημασίας.
Ας μην ξεχνάμε ότι ο χώρος αυτός άνοιξε και άρχισε να γίνεται προσιτός σε όλο και ευρύτερα στρώματα από την εποχή της Μελίνας και χάρη στο δικό της όραμα, χάρη στη δική της στήριξη, χάρη στη δική της πίστη στην καινοτομία και στη νέα έκφραση.
Ας μην ξεχνάμε ότι η έννοια της προστασίας και του σεβασμού του πολιτιστικού πλούτου και της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας κέρδισε έδαφος και καθιερώθηκε χάρη στην ευαισθησία του δικού μας χώρου. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις πριν την δεκαετία του 1980, που μνημεία και τόποι σημαντικοί θυσιάστηκαν στον βωμό μιας δήθεν ανάπτυξης.
Ας μην ξεχνάμε ότι στις ιδέες, στις αξίες, στις πεποιθήσεις του δικού μας χώρου στηρίχθηκε η σύγκρουση με την εσωστρέφεια και τον εθνικισμό, με τον στείρο συντηρητισμό του παρελθόντος, με την καταπάτηση των δικαιωμάτων των μειοψηφιών, με την ξενοφοβία.
Ας μην ξεχνάμε ότι την τελευταία δεκαετία άλλαξε ο πολιτιστικός χάρτης της χώρας με την δημιουργία σημαντικότατων υποδομών σε όλη την επικράτεια.
Η έννοια και η ουσία της λέξης Πολιτισμός είναι μια έννοια βαθύτατα πολιτική, καθώς ο Πολιτισμός διαπνέει τη ζωή μας, διαπερνά κάθε μας ενέργεια ως ατόμων και ως πολιτών, από τις απλές καθημερινές μας πράξεις, την ποιότητα των συνθηκών εργασίας όλων μας, τις αξίες, τις νοοτροπίες, την στάση ζωής ενός εκάστου εξ ημών, ως την πλέον εκλεπτυσμένη έκφραση της τέχνης και της αισθητικής, ως το υψηλότερο επίπεδο της τεχνολογίας. Υπό την έννοια αυτή ο Πολιτισμός είναι υπόθεση όλων μας, είναι υπόθεση της ίδιας της κοινωνίας και ως τέτοια πρέπει να την αντιμετωπίζομε.
Ειδικότερα και στο πλαίσιο των ανωτέρω παραδοχών:
Ο Πολιτισμός να αποτελέσει στην πράξη μία από τις βασικές προτεραιότητες των πολιτικών του ΠΑΣΟΚ
Αν πραγματικά επιθυμούμε να εφαρμόσομε μία σοβαρή και αξιόπιστη πολιτιστική πολιτική είναι επιτακτική η ανάγκη να αυξηθούν οι πόροι σε τέτοιο βαθμό που να μπορεί να εγγυηθεί την αξιοπιστία του εγχειρήματος. Στην προσπάθεια αυτή συμμετέχουν όλοι, η Πολιτεία, η Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι ιδιώτες. Σημειωτέον ότι οι άνθρωποι που ασχολούνται και υπηρετούν τον χώρο του Πολιτισμού, τόσο όσοι ασχολούνται με τον τομέα της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, όσο και οι διάφοροι δημιουργοί και καλλιτέχνες, ανήκουν στις ταπεινότερα αμειβόμενες ομάδες. Ο Πολιτισμός ως προτεραιότητα χωρίς σημαντική αύξηση των κονδυλίων, μένει κενό γράμμα, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Ακριβώς έτσι έχει προδιαγράψει τον Πολιτισμό η σημερινή κυβέρνηση, η οποία τον θεωρεί «προτεραιότητά» της. Στόχος και δέσμευσή μας θα πρέπει να είναι σταδιακά ως το 2010 στον Τακτικό Προϋπολογισμό να εγγραφεί για τον Πολιτισμό κονδύλι ίσο με το 1% του ΑΕΠ, επί πλέον των κονδυλίων του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, αλλά και να υπάρξει η αναγκαία στελέχωση με ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό όλων των δημοσίων και ημικρατικών φορέων, που σήμερα είναι απολύτως ανεπαρκής. Μέσα στο ευρύτερο οικονομικό πλαίσιο θα πρέπει να επανεξετασθεί και το θέμα της φορολογίας των πολιτιστικών φορέων και των φυσικών προσώπων που παράγουν ή εργάζονται στον χώρο του Πολιτισμού λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές συνθήκες εργασίες πολλών δημιουργών και καλλιτεχνών, αλλά και της φορολογίας του παραγόμενου πολιτιστικού προϊόντος. Απαιτούνται για παράδειγμα μια σειρά φορολογικών ρυθμίσεων
που να επιτρέπουν την διαφοροποίηση της ποιοτικής παραγωγής από την εμπορευματοποίηση, ενώ θα μπορούσε να συζητηθεί με την Τοπική Αυτοδιοίκηση η δημιουργία ενός πολιτιστικού τέλους με απολύτως ανταποδοτικό χαρακτήρα.
Ο Πολιτισμός να νοηθεί ως συστατικό στοιχείο της καθημερινότητάς μας
Ο Πολιτισμός είναι τρόπος ζωής. Το σύνολο των κανόνων της συμπεριφοράς μας αποτελεί βασικό στοιχείο της ποιότητας ζωής όλων μας. Είναι ένα πλέγμα σχέσεων που διέπουν την κοινωνία στο σύνολό της. Είναι ο σεβασμός που μια κοινωνία επιφυλάσσει στα ανθρώπινα δικαιώματα, ατομικά και συλλογικά, είναι η μεταχείριση που μια κοινωνία επιφυλάσσει στους αδύναμους, στα άτομα με αναπηρίες, αλλά και στο περιβάλλον, τα ζώα και την φύση, στα μνημεία και στους δημόσιους χώρους. Είναι για παράδειγμα η συμπεριφορά κάποιου υπάλληλου απέναντι στον ηλικιωμένο ή τον οικονομικό μετανάστη. Είναι το παραγόμενο «πολιτιστικό» προϊόν των ΜΜΕ. Και αν αισθανόμαστε ότι υπάρχει έλλειμμα στην συμπεριφορά μας, αν θεωρήσομε ότι ο υπάλληλος των δημοσίων υπηρεσιών είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, ας υπάρξει μέριμνα, μέσω ενός είδους επιμόρφωσης, για την καλλίτερη αντιμετώπιση του πολίτη, εν τέλει όλων μας.
Ο Πολιτισμός να αποτελέσει στοιχείο αναβάθμισης του δημοσίου χώρου
Είναι δύσκολο να γίνουμε πολίτες χαρούμενοι και αισιόδοξοι, με εμπιστοσύνη για το μέλλον και προσηνείς στον γείτονα, όταν ο χώρος που μας περιβάλλει μας απωθεί και μας εχθρεύεται, όταν τα δημόσια κτήρια μαρτυρούν παρακμή και μιζέρια, όταν χάνονται πίσω από επιγραφές και διαφημιστικές πινακίδες, όταν οι δρόμοι και οι πλατείες είναι βρώμικοι και ασυντήρητοι.
Οφείλομε να προσέξομε τον δημόσιο χώρο που σχετίζεται άμεσα με την ψυχολογία του πολίτη, του κατοίκου ενός αστικού κέντρου. Στις πόλεις μας απαιτούνται σύγχρονες εικαστικές παρεμβάσεις στους κοινόχρηστος χώρους, τα κτήρια να αποπνέουν αισθητική, να προτείνομε και να υλοποιήσομε παρεμβάσεις αντίστοιχες με αυτή της Ενοποίησης των Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας. Από την Αθήνα και τις άλλες πόλεις μας απουσιάζουν τα δρώμενα, όπως το θέατρο του δρόμου ή η μουσική στα ελάχιστα πάρκα. Και όπου τύχει να λάβει χώρα κάτι αντιμετωπίζεται με αδιαφορία και πολλές φορές με εχθρότητα από ένα μη εξοικειωμένο κοινό.
Να υπάρξει σοβαρή μέριμνα για την προστασία και την ανάδειξη των μνημείων, των αρχαιολογικών χώρων, της πολιτιστικής κληρονομιάς εν γένει. Η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, νοείται όχι ως παρωχημένη μορφή του παρελθόντος, αλλά ως επίκαιρη πρόταση ζωής, ως τρόπος συμμετοχής στην σύγχρονη πραγματικότητα
Η προστασία του μνημειακού πλούτου δεν αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη, όπως κατά καιρούς έχει υποστηριχθεί από συντηρητικούς πολιτικούς κύκλους. Η προστασία και η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς συνεπικουρεί την οικονομική, την κοινωνική, την περιφερειακή ανάπτυξη, ενώ είναι άμεσα συνδεδεμένη με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, καθώς οι σχετικές ενέργειες προστασίας του μνημειακού πλούτου κατατείνουν στην διατήρηση εκτεταμένων ελεύθερων χώρων και στην διαμόρφωση φυσικών και πολιτιστικών τοπίων ιδιαίτερης αισθητικής και εν τέλει διδακτικής και ψυχαγωγικής αξίας.
Την παρουσία μνημείων, αρχαιολογικών χώρων, οικιστικών συνόλων ειδικής αρχιτεκτονικής αξίας οφείλει να λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη η οποιαδήποτε μορφή σύγχρονης χωροταξικής οργάνωσης ενός τόπου. Η προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελούν κρίσιμη παράμετρο για την αειφόρο ανάπτυξη της χώρας, ιδιαίτερα μάλιστα των ορεινών και των νησιωτικών περιοχών. Σε δεκάδες χιλιάδες αριθμούνται οι αρχαιολογικοί χώροι και τα ακίνητα μνημεία, όλων των εποχών και όλων των περιόδων, που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλη την επικράτεια, ενώ μεγάλος είναι ο αριθμός αυτών που καθημερινά έρχονται στο φως μέσα από τις ανασκαφές. Κατά πολύ μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των κινητών μνημείων που φιλοξενούνται στα κατά τόπους μουσεία, και ο οποίος επίσης αυξάνεται. Πολύ σημαντικός είναι και ο άϋλος πολιτιστικός πλούτος, αυτός που σώζεται και διασώζεται μέσα από τα τραγούδια, τα λαογραφικά δρώμενα, τις διηγήσεις των μεγαλυτέρων. Αυτό το τεράστιο σε μέγεθος πολιτιστικό απόθεμα, βασικό στοιχείο όχι μόνον της εθνικής, αλλά και της περιφερειακής ταυτότητας πρέπει να το γνωρίσομε, να το αγαπήσομε, να συνομιλήσομε μαζί του, όχι ως ειδικοί, αλλά ως ενεργοί πολίτες, ως φορείς αυτής της κληρονομιάς. Και εδώ βέβαια ο ρόλος της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι κρίσιμος. Και όχι μόνον στα σχολεία, αλλά και μέσα από τα εθελοντικά σχήματα που αναπτύσσει η ίδια η κοινωνία των πολιτών. Η γνώση της τοπικής ιστορίας και του τοπικού πολιτισμού, της ιστορίας του τοπίου κάθε τμήματος της επικράτειας εντός του οποίου ζούμε, καθίσταται απαραίτητο για οποιοδήποτε σχέδιο ολοκληρωμένης και αειφόρου ανάπτυξης. Μόνον μέσα από μια διαλεκτική σχέση, η ανάδειξη και η διαχείριση του πολιτιστικού αποθέματος της χώρας θα απαλλαγεί από παρωχημένες μορφές και θα γίνει μια επίκαιρη πρόταση ζωής, θα αποκτήσει τα χαρακτηριστικά της συμμετοχής στην σύγχρονη πραγματικότητα, θα λειτουργήσει ως στοιχείο έμπνευσης της σύγχρονης πολιτιστικής δημιουργίας. Μόνον έτσι τα Μουσεία θα πάψουν να είναι χώροι φύλαξης των έργων τέχνης και θα γίνουν θεσμοί πληροφόρησης με σαφή εκπαιδευτικό, μορφωτικό και ψυχαγωγικό προσανατολισμό.
Βασική και αναγκαία προϋπόθεση για μια ολοκληρωμένη πολιτιστική ανάπτυξη είναι η ισόρροπη ανάπτυξη των δύο τομέων του Πολιτισμού, της Πολιτιστικής Κληρονομιάς και της Σύγχρονης Δημιουργίας
Η επένδυση στον σύγχρονο πολιτισμό, στην σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία είναι εξ ίσου κρίσιμη, όσο και η επένδυση στον χώρο των μνημείων. Η Ελλάδα δεν σταμάτησε ποτέ να παράγει Πολιτισμό και μάλιστα όχι σπάνια πολλές από τις σύγχρονες εκφράσεις του έχουν τύχει της διεθνούς αναγνώρισης. Η σύγχρονη δημιουργία δεν πρέπει να υποτιμάται σε σχέση με το ισχυρό παρελθόν. Το μέλλον δεν χτίζεται απλά κοιτώντας το παρελθόν, αλλά ύστερα από μελέτη και δημιουργία, κοιτώντας μπροστά. Η Πολιτεία, σε αντίθεση με τον κεντρικό και αυστηρό ρόλο που πρέπει να έχει στα θέματα της προστασίας και της διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, σε ό,τι αφορά στην σύγχρονη πολιτιστική δραστηριότητα πρέπει να την υποστηρίζει, να την ενθαρρύνει, να την ενισχύει, αλλά όχι να την ελέγχει, να την κατευθύνει, να την καθοδηγεί.
Στήριξη και ενίσχυση των καλλιτεχνών και ιδιαίτερα των νέων δημιουργών. Στήριξη των καινοτόμων και πειραματικών πρωτοβουλιών έκφρασης
Η Πολιτεία θα πρέπει να ενισχύσει το ανθρώπινο δυναμικό, να ενισχύσει τους νέους καλλιτέχνες, να δημιουργήσει προϋποθέσεις και να παράσχει εκείνα τα εργαλεία που θα επιτρέψουν την ανάπτυξη των προσωπικών δεξιοτήτων, της ελεύθερης έκφρασης, να παράσχει ίσες ευκαιρίες στους δημιουργούς μέσα από διαδικασίες διαφανείς και αξιοκρατικές, να εξασφαλίσει την απάλειψη του φαινομένου μικροπολιτικές προτεραιότητες και πολιτικό marketing να υπαγορεύουν συμπεριφορές και προτεραιότητες. Και κάτι τέτοιο δεν είναι δύσκολο, αφού τις περισσότερες φορές το θεσμικό πλαίσιο συνήθως υπάρχει. Αυτό που χρειάζεται είναι να του επιτραπεί να λειτουργήσει. Βεβαίως σε άλλες περιπτώσεις πρέπει να συμπληρωθεί ή να αναθεωρηθεί. Ένα πράγμα που λείπει λόγου χάριν είναι ένα εκτεταμένο φάσμα πρωτοβουλιών βράβευσης των νέων καλλιτεχνών ή της παροχής υποτροφιών ή των καινοτόμων πρωτοβουλιών. Όπως λείπει και ένα δίκτυο προκηρύξεων όπου με ελεύθερη πρόσβαση θα ενισχύονται οι καλλίτεροι. Και ο τομέας αυτός θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα προνομιακό πεδίο συνεργασίας των δημοσίων και των ιδιωτικών φορέων. Υπάρχουν επιτυχή τέτοια παραδείγματα. Επίσης η λειτουργία ανεξάρτητων επιτροπών αξιολόγησης, αποτελούμενες από ανθρώπους που γνωρίζουν καλά το αντικείμενο, επιτροπές με κύρος και διάρκεια στον χρόνο, μπορεί να εγγυηθεί την ζητούμενη διαφάνεια και αξιοκρατία.
Αντίστοιχες επιτροπές στελεχωμένες από πρόσωπα καταξιωμένα στο χώρο τους και με ευρεία αποδοχή θα πρέπει να διαχειρίζονται και το σύνολο των κρατικών επιχορηγήσεων, οι οποίες θα πρέπει να εξυπηρετούν συγκεκριμένους στόχους. Ο στόχος της κρατικής χορηγίας να είναι ειλικρινής και ευδιάκριτος, με κριτήρια συγκεκριμένα και διαφανή.
Μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της στήριξης των δημιουργών/καλλιτεχνών θα πρέπει να δούμε και τα εν στενή εννοία εργασιακά θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους του Πολιτισμού. Στον χώρο αυτό η ανεργία αγγίζει το 80%, η μερική απασχόληση κυριαρχεί με αποτέλεσμα το 90% να μην έχουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ οι συντάξεις να καλύπτουν μόλις το όριο της φτώχιας. Είναι αναγκαίο να συζητηθεί ένας αποδεκτός τρόπος ασφάλισης των δημιουργών, να κατοχυρωθεί δικαίωμα σύνταξης ανάλογης του αριθμού των ενσήμων, να συζητηθεί η δημιουργία ενός επικουρικού ταμείου. Τέλος η ανάπτυξη του τομέα του Πολιτισμού και η επένδυση στον χώρο θα δώσει την πλέον καθαρή λύση με την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Ο Πολιτισμός να αντιμετωπισθεί ως εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης. Η πολιτιστική πολιτική να οδηγεί στην άρση των περιφερειακών ανισοτήτων τόσο ως προς την δημιουργία των πολιτιστικών υποδομών, όσο και ως προς την ζήτηση των πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών
Τόσο ο μνημειακός πλούτος στην μακρά ιστορική διάρκεια, τα μνημεία όλων των περιόδων, όσο και οι δράσεις του σύγχρονου πολιτισμού είναι και πρέπει να είναι διασκορπισμένες σε όλη την επικράτεια. Όμως οι υποδομές, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, είναι άνισα κατανεμημένες, στην πρωτεύουσα και στις μεγάλες πόλεις. Η κατάσταση είναι καλλίτερη, αλλά σε κάθε περίπτωση όχι καλή, σε ό,τι αφορά στην ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων, εξ αιτίας της χωροταξίας τους αυτής καθ’ αυτής. Η προσφορά του πολιτισμού είναι άνισα κατανεμημένη.
Η ανεπάρκεια της προσφοράς στην περιφέρεια διαταράσσει την ισορροπία της πολιτιστικής ζήτησης υπέρ των μεγάλων κέντρων όπου είναι συγκεντρωμένος ο πολιτιστικός εξοπλισμός. Οι ανισότητες, όχι μόνον ανάμεσα στις πόλεις και στην ύπαιθρο, αλλά ακόμη και ανάμεσα στα αστικά κέντρα είναι τεράστιες. Οι κτηριακές υποδομές, η ενδυνάμωση των ήδη υπαρχόντων θεσμών της Επικράτειας Πολιτισμού και η δημιουργία νέων, όχι πολλών αλλά ποιοτικών, μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην αποκέντρωση και την ενδυνάμωση της περιφέρειας. Αυτό σημαίνει ότι η δημιουργία ενός τουλάχιστον Πολυχώρου Πολιτισμού σε κάθε πρωτεύουσα νομού, που να μπορεί να καλλιεργεί και να φιλοξενεί όλες τις μορφές τέχνης και έφρασης, καθώς και ενός ανοιχτού χώρου πολιτιστικών εκδηλώσεων κατά περίπτωση, καθίσταται αναγκαίος. Σημαίνει ακόμη ότι στοιχειωδώς επαρκείς βιβλιοθήκες, αλλά και ταινιοθήκες και δισκοθήκες, όπως και μουσεία και χώροι εκθέσεων, ιδιαίτερα σήμερα που το Διαδίκτυο και οι σύγχρονες τεχνολογίες επιτρέπουν την γεφύρωση των αποστάσεων με μικρό κόστος, θα πρέπει να λειτουργούν σε όσο το δυνατόν περισσότερα σημεία της χώρας. Σημαίνει ενίσχυση των πρωτοβουλιών των τοπικών κοινωνιών να αναπτύξουν κοινές δράσεις και να ενισχύσουν τις μεταξύ τους επικοινωνίες. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται η δυνατότητα διατήρησης και ανάδειξης της ιδιαίτερης πολιτιστικής φυσιογνωμίας και της περιφερειακής ταυτότητας, στοιχείο που συμβάλλει στην ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.
Ο Πολιτισμός να αναπτυχθεί ως προνομιακό πεδίο συνεργασίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την Πολιτεία και να λειτουργήσει ως μέσον αναβίωσης του κοινωνικού ιστού
Ο Πολιτισμός συνδέεται με τις τοπικές προτεραιότητες, με τις τοπικές αναπτυξιακές ανάγκες, με τα τοπικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Μέσω ποικίλων τοπικών πολιτιστικών δράσεων καλλιεργείται η ανθρώπινη επαφή. Η καλλιέργεια και η ενίσχυση του πολιτιστικού εθελοντισμού συντελεί στην ανάπτυξη των ανθρώπινων σχέσεων και κατατείνει στην αναβίωση της γειτονιάς. Μέσα από την ανάδειξη του μνημειακού πλούτου κάθε μικροπεριοχής και την ανάπτυξη τοπικών πολιτιστικών θεσμών η γειτονιά, ο οικισμός, η πόλη αποκτά ταυτότητα και αυτοπροσδιορίζονται. Υπό την έννοια αυτή ο Πολιτισμός μπορεί να αναδειχθεί σε σημαντική συνιστώσα κοινωνικής και οικονομικής επιβίωσης των τοπικών κοινωνιών, όχι μόνον των αστικών, αλλά και των αγροτικών.
Ο Πολιτισμός να είναι προσβάσιμος από την κοινωνία των 3/3. Η πολιτιστική πολυμορφία να αποτελέσει βασικό παράγοντα κοινωνικής συνοχής
Ο Πολιτισμός μπορεί να αναδειχθεί σε βασικό παράγοντα άρσης του κοινωνικού αποκλεισμού. Η ισόρροπη πολιτιστική ανάπτυξη και η παροχή ίσων ευκαιριών πρόσβασης στα πολιτιστικά αγαθά αποτελεί μία από τις θεμελειώδεις προϋποθέσεις της κοινωνικής συνοχής. Κοινωνίες ανοιχτές, ανεκτικές, είναι ταυτόχρονα και συνεκτικές κοινωνίες, που ανταποκρίνονται σε ανεπτυγμένες ή αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αντίθετα, οι πολιτιστικά «μονόχνωτες» κοινωνίες, οι αυτιστικές κοινωνίες δεν έχουν μέλλον και προοπτική, καθώς μένουν αποκομμένες από κάθε μορφή επικοινωνίας και κινητικότητας.
Η Πολιτεία θα πρέπει να δώσει την δυνατότητα σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, τους κατοίκους ενός τόπου, να μετέχουν στο πολιτιστικό γίγνεσθαι, να απολαμβάνουν το πολιτιστικό αγαθό ανεξαρτήτως κοινωνικής, οικονομικής, φυλετικής προέλευσης ή σωματικής ακεραιότητας. Ο θεσμός της «Κάρτας Πολιτισμού – Πολιτισμός για όλους» να ενισχυθεί ώστε να καλύψει περισσότερες ομάδες πληθυσμού και να συνδεθεί με τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ώστε να είναι πιο κοντά στον πολίτη. Από την άλλη πλευρά, η Πολιτεία να μεριμνά ώστε να παρέχονται ίσες και μέσα από διαδικασίες αξιολόγησης δυνατότητες σε όλους τους δημιουργούς να παρουσιάζουν το έργο τους και να επικοινωνούν με το κοινό. Η άρση της πολιτιστικής απομόνωσης με την κατάργηση των πολιτιστικών γκέτο αποτελεί βασική παράμετρο για οποιαδήποτε αποτελεσματική πολιτική που στοχεύει στην άρση του κοινωνικού αποκλεισμού. Η πολιτιστική πολυμορφία, όταν ενθαρρύνεται από την κοινωνία και τους θεσμούς βοηθά στην ενσωμάτωση των ομάδων και των ρευμάτων ως αντίβαρο στον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση, ενώ συγχρόνως μπορεί να αναδειχθεί πηγή έμπνευσης παραγωγής και δημιουργίας πλούσιου πολιτιστικού προϊόντος.
Αξιοποίηση και ενίσχυση των μη κυβερνητικών οργανώσεων στον τομέα του Πολιτισμού (πολιτιστικοί σύλλογοι, εθνικοτοπικοί σύλλογοι, πνευματικά κέντρα, σύλλογοι και ενώσεις φίλων μουσείων ή μνημείων κλπ)
Οι μη κυβερνητικές οργανώσεις που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ασχολούνται με πολιτιστικές δραστηριότητες και έχουν σύμφωνα με το καταστατικό τους την «παραγωγή και την προώθηση του Πολιτισμού» αριθμούν σε μερικές δεκάδες χιλιάδες.
Μέσα στις οργανώσεις αυτές υπάρχει ένα πολύ σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό που έχει να προσφέρει σημαντικά πράγματα στον τομέα του Πολιτισμού. Αυτά τα διάφορα σχήματα, οι ομάδες πρωτοβουλίας, οι οργανώσεις των πολιτών έχουν την δυνατότητα να ανιχνεύσουν και να αναδείξουν τις προσδοκίες των ανθρώπων, αλλά και να αναδειχθούν σε φορείς ιδεολογίας και κοινωνικής συνείδησης. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που μέσα από τέτοια σχήματα αυτοοργάνωσης των πολιτών αναδείχθηκαν νέοι δημιουργοί και αναπτύχθηκε ένας ανανεωμένος κοινωνικός και καλλιτεχνικός σχεδιασμός και προβληματισμός.
Με αυτές τις δυνάμεις θα πρέπει να συνομιλήσουμε, αυτές τις δυνάμεις πρέπει να τις αξιοποιήσει η Πολιτεία στηρίζοντας τον πολιτιστικό εθελοντισμό και εμπλέκοντας τον στην προσπάθεια αναβάθμισης των παρεχομένων υπηρεσιών. Ένα τέτοιο επιτυχές παράδειγμα είναι η ξενάγηση σε «δρόμους» ή σε «κέντρα» πολιτιστικής αξίας, όπως τα ιστορικά κέντρα των πόλεων και οι δρόμοι με τα κτήρια ιστορικής και αρχιτεκτονικής αξίας. Μέσα στο ίδιο αυτό πλαίσιο θα μπορούσαμε να δούμε την ενίσχυση της ερασιτεχνικής δημιουργίας και προώθηση παραγωγών από κοινού με τις κεντρικές δυνάμεις.
Είναι προφανές ότι η ποιότητα των δραστηριοτήτων όλων αυτών των Συλλόγων δεν είναι ούτε δεδομένη ούτε πάντα υπάρχει. Μέχρι σήμερα η ενίσχυση και η στήριξη αυτών των ΜΚΟ γίνεται από ποικίλους δημοσίους φορείς, χωρίς να υπάρχει ειδικό και σαφές θεσμικό πλαίσιο, χωρίς ξεκάθαρες αρχές και χωρίς να γνωρίζει επί της ουσίας ούτε η ίδια η Πολιτεία το ποσόν των χρημάτων με το οποίο ο κάθε φορέας της ενισχύει τις οργανώσεις αυτές. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η διαφάνεια και η αξιοκρατία, στις περιπτώσεις που οι ΜΚΟ αυτές ενισχύονται οικονομικά από την Πολιτεία, απαιτείται ο εξορθολογισμός των χρηματοδοτήσεων από ενιαίο φορέα (το Υπουργείο Πολιτισμού), η δημιουργία και η λειτουργία μητρώου και η δημιουργία θεσμικού πλαισίου, που να ορίζει σαφή κριτήρια λειτουργίας, να ορίζει ανεξάρτητες επιτροπές και δείκτες αξιολόγησης της ποιότητας των προτεινομένων και παραγομένων δράσεων, που να διασφαλίζει την ελεγκτική λειτουργία στην διάθεση των πόρων.
Η χορηγία ως θεσμός ενισχυτικός των κονδυλίων που η Πολιτεία διαθέτει για τα έργα και τις δράσεις του Πολιτισμού
Ο θεσμός της χορηγίας πρέπει να επαναπατρισθεί και να ενταχθεί στο ευρύτερο σχέδιο πολιτιστικής ανάπτυξης της χώρας. Απαραίτητο μέτρο είναι η τροποποίηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις χορηγίες που απομακρύνει αντί να προσελκύει τους χορηγούς. Όμως βασική και αναγκαία προϋπόθεση είναι η δημιουργία από την Πολιτεία πλαισίου, κανόνων και κριτηρίων για την λειτουργία του θεσμού της χορηγίας. Η ανάδειξη και η διαφήμιση του ιδιώτη χορηγού ως αυτοσκοπός, πολλές φορές επιβάλλει την χορηγία μόνον σε χώρους και ανθρώπους που έχουν αναγνωρισιμότητα από το ευρύ κοινό. Ετσι η αναγκαία και ευεργετική χορηγία από εργαλείο παραγωγής και ανάδειξης έργου καταλήγει μόνον στην προβολή ατόμων. Ενας ιδιαίτερα λεπτός τομέας είναι η χορηγία στα θέματα της ανάδειξης του μνημειακού πλούτου. Εδώ οι κανόνες θα πρέπει να διέπονται από τις βασικές αρχές της προστασίας, της αξιοπρέπειας και της «μη ατίμωσης» του ίδιου του μνημείου. Μέσα στο ευρύτερο πολιτιστικό σχέδιο η Πολιτεία θα μπορούσε να προχωρεί ακόμη και στην προκήρυξη χορηγικών προγραμμάτων.
Η επένδυση στον τομέα του Πολιτισμού συμβάλλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση της ανεργίας καθώς δημιουργεί νέες θέσεις απασχόλησης
Η άποψη αυτή είναι πλέον απολύτως αποδεκτή και αυτονόητη και δεν απαιτεί περαιτέρω ανάπτυξη. Ειδικά σε μία οικονομία που στηρίζεται στην παροχή υπηρεσιών το σχετικό όφελος είναι προφανές. Ο Πολιτισμός, τόσο μέσω των καθαρά πολιτιστικών δραστηριοτήτων, όσο και μέσω των δραστηριοτήτων της αναψυχής και του ελεύθερου χρόνου, του τουρισμού και της εκπαιδευτικής διαδικασίας, συμβάλλει την δημιουργία και στην διατήρηση μεγάλου αριθμού θέσεων εργασίας, μονίμων και εποχιακών. Ακόμα και σε αγροτικές κοινωνίες η απασχόληση, ιδιαίτερα των νέων, σε μία πολιτιστική δράση, μπορεί να συμπληρώσει το γεωργικό εισόδημα και να λειτουργήσει ως κίνητρο για την παραμονή των νέων στην περιφέρεια.
Ειδικά το συγκεκριμένο θέμα θα μπορούσε να αποτελέσει το θέμα μιας ξεχωριστής συζήτησης στο πλαίσιο του προσυνεδριακού διαλόγου, καθώς έχει ιδιαίτερη σημασία και αφορά μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Θα είχε ενδιαφέρον σε μια τέτοια συζήτηση να συμμετείχαν και τα πρόσωπα που ασχολούνται με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, καθώς ο ρόλος της Αυτοδιοίκησης στην δημιουργία και την σύσταση τέτοιων θέσεων απασχόλησης είναι καθοριστικός.
Η περί τον Πολιτισμό διδασκαλία να αποτελέσει βασική συνιστώσα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η Παιδεία και ο Πολιτισμός αποτελούν πεδία άρρηκτα συνδεδεμένα και αλληλοσυμπληρούμενα
Ολη μας η συμπεριφορά, ως ατόμων και ως πολιτών, εξαρτάται από τις αρχές τις οποίες έχομε διδαχθεί. Η εισαγωγή της διδασκαλίας του Πολιτισμού, υπό την ευρύτατη έννοια, σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης είναι καθοριστικής σημασίας για την διαμόρφωση, την διάπλαση της προσωπικότητας κάθε ατόμου. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα, έτσι όπως έχουν αναπτυχθεί σήμερα, αποτελούν μια σημαντική δραστηριότητα στην σχολική διαδικασία η οποία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκής. Μέσα από την εκπαίδευση να αναπτυχθεί και να καλλιεργηθεί η «πολιτιστική» συνείδηση του πολίτη, ώστε να γίνεται μύστης και κοινωνός της πολιτιστικής δημιουργίας. Το θεατρικό παιγνίδι, η μουσική, ο χορός, οι εικαστικές δράσεις και δραστηριότητες, οι επισκέψεις στα μουσεία, στα μνημεία, στους αρχαιολογικούς χώρους, τα παραμύθια και οι παραδόσεις, η τοπική ιστορία, πρέπει να ενταχθούν στα σχολικά προγράμματα από το νηπιαγωγείο ως το λύκειο, όχι όμως ως κάποια επί πλέον μαθήματα, αλλά ως ελκυστική απασχόληση των μαθητών, αφού βεβαίως εξασφαλισθεί το απαραίτητο εξειδικευμένο προσωπικό, από τον ειδικό επιστήμονα ως τον λαϊκό οργανοπαίχτη και αγγειοπλάστη. Και υπό την έννοια αυτή η συνεργασία των δύο διοικητικών φορέων (των Υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού) δεν θα πρέπει να είναι τυπική, αλλά διαρκής και ουσιαστική. Στο επίπεδο της ανώτατης εκπαίδευσης η χώρα θα πρέπει να αποκτήσει Ακαδημία Θεάτρου, Ανώτατες Σχολές Μουσικής και Χορού, Φωτογραφίας, ενώ θα πρέπει να ενισχυθεί ουσιαστικά η νεοϊδρυθείσα Ακαδημία Κινηματογράφου. Για μια χώρα σαν την Ελλάδα είναι αδιανόητο να μην υπάρχει Σχολή Συντήρησης Εργων Τέχνης σε πανεπιστημιακό επίπεδο. Τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα να αποκτήσουν τμήματα για ειδικότητες σχετικές με το θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση. Απαιτείται ο εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου και του πλαισίου λειτουργίας των ιδιωτικών σχολών θεάτρου, κινηματογράφου κλπ. με την καθιέρωση προσοντολογίου των διδασκόντων, την εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών.
Ο Πολιτισμός είναι ο κρίσιμος τομέας η ανάπτυξη του οποίου μπορεί να καθιερώσει την Ελλάδα ως πολιτιστική υπερδύναμη. Να αποτελέσει την αφορμή για μια νέα εθνική αυτοπεποίθηση. Να αποτελέσει ποιοτικό στοιχείο το τουριστικού προϊόντος της χώρας
Για κάθε λαό ο Πολιτισμός αποτελεί βασικό στοιχείο της ιδιοσυστασίας του και της εθνικής του ταυτότητας, ενώ παράλληλα αποτελεί συνδετικό κρίκο με τον απόδημο ελληνισμό. Πέρα απ’ αυτό, για την Ελλάδα αποτελεί το μεγάλο συγκριτικό της πλεονέκτημα, είναι το προνομιακό πεδίο για την ανάδειξη και ανάδειξη διεθνών συνεργασιών, καθώς η ελληνική πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί ταυτόχρονα την κληρονομιά όλης της Ευρώπης, θεμέλιο και κοινό σημείο αναφοράς του δυτικού πολιτισμού. Παράλληλα, η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί για την Ελλάδα και μία σημαντικότατη πλουτοπαραγωγική πηγή. Αρκεί να αναφέρομε ενδεικτικά ότι η Ελλάδα και η Ιταλία κατέχουν και ελέγχουν το 30% των αγαθών και των αντίστοιχων δικαιωμάτων της πολιτιστικής κληρονομιάς παγκοσμίως. Η απόλαυση ποιοτικών πολιτιστικών αγαθών αποτελεί πλέον μία από τις σημαντικότερες αιτίες μετακίνησης ανθρώπων κατά την διάρκεια των διακοπών του η του ελεύθερου χρόνου του. Ο μνημειακός πλούτος της χώρας, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα μουσεία, σε συνδυασμό με το φυσικό περιβάλλον υποστηρίζουν μέχρι σήμερα τον τουρισμό των θερινών διακοπών, το μόνο είδος τουρισμού που ουσιαστικά έχει αναπτυχθεί στην Ελλάδα. Όμως το τεράστιο αυτό πολιτιστικό απόθεμα, αναπτυσσόμενο παράλληλα με ποιοτικά φεστιβάλ, με περιοδικές εκθεσιακές δραστηριότητες υψηλού επιπέδου, και εντασσόμενο σε δίκτυα διαδρομών μπορεί να αποτελέσει αυτοτελές έρεισμα για την ανάπτυξη υψηλής ποιότητας και δωδεκάμηνης διάρκειας πολιτιστικού και συνεδριακού τουρισμού τόσο στα μεγάλα αστικά κέντρα, όσο και στην περιφέρεια. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να ενταχθούν οι δραστηριότητες προβολής του παραγομένου πολιτιστικού προϊόντος στο εξωτερικό. Ενας τομέας που έχει τεράστια περιθώρια ανάπτυξης, αλλά και μπορεί να λειτουργήσει ως πλατφόρμα για πολλά κρίσιμα θέματα είναι αυτός της εξωτερικής πολιτιστικής πολιτικής και της πολιτιστικής διπλωματίας. Ειδικά μέσα στο πλαίσιο της Ευρώπης των 25, ο Πολιτισμός για την Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει ένα προνομιακό πεδίο παρέμβασης, καθώς η πορεία προς την Ενωση είναι παράλληλη με την πορεία της αναζήτησης μιας κοινής ευρωπαϊκής ταυτότητας πέρα από εθνικές, γλωσσικές ή θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Και στον χώρο της προβολής του ποιοτικού προϊόντος υπάρχουν σημαντικές πρωτοβουλίες που πρέπει να αναδειχθούν. Διευρωπαϊκές και διεθνείς συνεργασίες των υφισταμένων θεσμών πρέπει να ενισχυθούν, τα πολιτιστικά δίκτυα συνεργασίας σε βαλκανικό, μεσογειακό, παρευξείνιο, ευρωπαϊκό επίπεδο συνεργασίας ενισχυόμενα μπορούν να λειτουργήσουν ως πεδίο προβολής του πολιτιστικού αποθέματος, αλλά και της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής.
Ο Πολιτισμός συστατικό στοιχείο της καθημερινότητας
Ο πολιτισμός δεν είναι βέβαια μόνον η τέχνη, το πολιτισμικό προϊόν και οι όροι παραγωγής και διάδοσης/ κατανάλωσής του. Είναι ακόμη, ένα πλέγμα σχέσεων που διέπουν την κοινωνία στο σύνολό της. Στοιχείο πολιτισμού είναι έτσι ο σεβασμός που μια κοινωνία επιφυλάσσει στα ανθρώπινα δικαιώματα, ατομικά και συλλογικά, ο τρόπος λειτουργίας των ΜΜΕ (πολύ σημαντικές παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό στην αρθρογραφία του Μουζέλη στο «Βήμα της Κυριακής»), η θέση και ο ρόλος των διανοουμένων, οι αρχές που διέπουν το εκπαιδευτικό σύστημα, η ποιότητα ζωής με όλες τις εκφάνσεις της. Πολιτισμός δεν είναι λοιπόν μόνο το Μέγαρο, τυπική περίπτωση «μεγάλου έργου», αλλά και ο ρυπαρός χώρος πρασίνου και αναψυχής, και η επικίνδυνη παιδική χαρά που συνορεύουν με το Μέγαρο. Πολιτισμός είναι η μεταχείριση που επιφυλάσσουν σε ανθρώπους με ειδικές ανάγκες- στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνονται μόνον οι έχοντες σωματικό ελάττωμα αλλά και η μητέρα που κυλά ένα παιδικό καρότσι, και ο ηλικιωμένος που δεν έχει αρκετές δυνάμεις, τεράστιες δηλαδή ομάδες πληθυσμού- όχι μόνον τα Μουσεία αλλά και οι δημόσιοι χώροι στο σύνολό τους, από το δημαρχείο μέχρι τα πεζοδρόμια. Πολιτισμός είναι ο τρόπος ομιλίας, η ένταση της φωνής, η χρήση του λόγου, η ευγένεια και η αγένεια. Πολιτισμός είναι, φυσικά, η μεταχείριση που επιφυλάσσουμε εν γένει ως κοινωνία στο περιβάλλον, στη φύση, στα ζώα, στους αδύναμους. Εξυπακούεται ότι πολιτισμός είναι η μεταχείριση των ξένων εργαζομένων, και ειδικά των πιο ευάλωτων (π.χ. γυναίκες), των μειονοτήτων κάθε είδους κλπ.
Πρόσβαση σε όλες τις μορφές δημιουργίας της κοινωνίας των 3/3
Εννοούμε, ότι η πολιτική πολιτισμού, δηλ. το κράτος και η ΤΑ, θα πρέπει να εξασφαλίσουν πρόσβαση σε όλες τις μορφές δημιουργίας. Θα πρέπει δηλαδή να διασφαλίσουν δημιουργία και λειτουργία θεσμών τέτοιων, που να μπορούν οι δημιουργοί, ανεξάρτητα από κοινωνική, οικονομική, φυλετική, εθνική ή άλλη προέλευση να παρουσιάζουν τη δουλειά τους και να τους δίνεται η ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με το κοινό (τους). Κάτι τέτοιο θέλει φυσικά μεγάλη προσοχή: ποιος θα κρίνει τι είναι έργο και τι καλλιτέχνης; Ποιος θα κάνει την στοιχειώδη έστω αξιολόγηση; Το καλύτερο είναι αυτό να ανατεθεί, κατά το δυνατόν, στους ίδιους τους ανθρώπους του χώρου. Θα πρέπει παράλληλα να προσεχθούν οι ήδη υπάρχουσες και λειτουργούσες πρωτοβουλίες: τοπικά φεστιβάλ, νεανικές καλλιτεχνικές ομάδες στα σχολεία και αλλού, καλλιτεχνικά εργαστήρια που έχουν στηθεί με πρωτοβουλία ιδιωτών. Ιδιαίτερη έμφαση να δοθεί στα 21 Πολιτιστικά Δίκτυα-Θεσμούς, που η σημερινή κυβέρνηση έχει ουσιαστικά παγώσει τη λειτουργία τους (Εικαστικά στο Ρέθυμνο, Χορός στην Καλαμάτα, Μουσικό Θέατρο Βόλου, Φωτογραφικό Κέντρο Σκοπέλου κλπ.).
Επίσης, θα πρέπει οι επιτροπές κλπ που θα επιλέγουν και θα αποφασίζουν να μην αποτελούνται από καταφανώς ασχέτους αλλά και να συμπεριλαμβάνουν και πραγματικά νέους δημιουργούς ή ανθρώπους που να βρίσκονται κοντά στον εκάστοτε υπό κρίση χώρο, και όχι απομακρυσμένες, αναγνωρισμένες «ντίβες». Ένα πολύ πετυχημένο παράδειγμα ήταν, η κρατική πρωτοβουλία «Πάμε Σινεμά» στη Μέση Εκπαίδευση, για την οποία η Γιαννάκου συνεχάρη τον Ευθυμίου, αλλά στην πορεία φαίνεται ότι «παγώνει» και αυτός ο θεσμός. Αν, π.χ., μια τέτοια πρωτοβουλία αγκαλιάσει και το τελευταίο σχολείο της φτωχότερης περιοχής της επικράτειας, εξασφαλίζοντας στους μικρούς δημιουργούς ίσες ευκαιρίες δημιουργίας και δημοσιότητας με ένα σχολείο του αθηναϊκού κέντρου, είμαστε, νομίζουμε, στο σωστό δρόμο.
Η πολιτιστική πολυμορφία ως συνιστώσα της κοινωνικής συνοχής αλλά και ως αντίβαρο στην ισοπεδωτική δύναμη της παγκοσμιοποίησης.
Ως προς το πρώτο σκέλος, δεν υπάρχει καμιά αντίρρηση, είναι αντίθετα γνωστό και από την ιστορία αλλά και από την εμπειρία του παρόντος ότι κοινωνίες ανοιχτές, ανεκτικές είναι ταυτόχρονα και συνεκτικές κοινωνίες, που ανταποκρίνονται μάλιστα σε ισχυρές, ανεπτυγμένες και αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αντίθετα κοινωνίες πολιτισμικά «μονόχνοτες», «καθαρές», σαν αυτές που επαγγέλλεται ο Χριστόδουλος ή οι κάθε είδους φονταμενταλιστές είναι ταυτόχρονα κοινωνίες κλειστές, ανελαστικές, έτοιμες να σωριαστούν σε ερείπια, όπως και συμβαίνει κάθε τόσο. Φυσικά, πρόκειται επίσης για κοινωνίες καθυστερημένες οικονομικά, κοινωνίες αυτιστικές (θυμίζουμε την ομιλία του Κ. Σημίτη για τον πολιτισμό στο «Χίλτον» λίγο πριν τις εκλογές του 2000, όπου δήλωσε επιθετικά ότι δεν θέλουμε μια Ελλάδα αυτιστική!). Η έλλειψη πολιτιστικής πολυμορφίας αντιστοιχεί σε έλλειψη δημοκρατίας και ελευθερίας, σε έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης και ευημερίας. Η πολιτιστική πολυμορφία, όταν ενθαρρύνεται από την κοινωνία και τους θεσμούς, βοηθά α) στην ενσωμάτωση ομάδων και ρευμάτων, ως αντίβαρο στον κοινωνικό αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση και β) δημιουργεί πλούσιο πολιτιστικό προϊόν (βλ. π.χ. πόσο επωφελούνται κατεξοχήν πολυεθνικές χώρες όπως οι ΗΠΑ και σε κάποιο βαθμό η Μ. Βρετανία από την εθνική, εθνοτική κλπ πολυμορφία του πολιτιστικού προϊόντος που παράγεται σήμερα εκεί- χαρακτηριστικό παράδειγμα οι «βρετανικές» ταινίες του Στήβεν Φρήαρς με έντονο το στοιχείο των πακιστανών, ινδών κλπ μεταναστών του Νοτίου Λονδίνου, η μουσική των αφρο-αμερικανών κλπ).
Ως προς το δεύτερο σκέλος, θα ήμασταν πολύ επιφυλακτικοί, γιατί φαίνεται να αντιμετωπίζει με μονοκόμματο τρόπο την παγκοσμιοποίηση, σαν να επρόκειτο οπωσδήποτε για κάτι αρνητικό. Η γνώμη μας είναι ότι η παγκοσμιοποίηση είναι ένα φαινόμενο σύνθετο, με αρνητικές αλλά και με πολλές χρήσιμες και ενδιαφέρουσες όψεις. Παγκοσμιοποίηση δεν σημαίνει απαραίτητα «αμερικάνικος τρόπος ζωής». Και αν συγκεκριμένες μουσικές καθώς και τα αγγλικά ως γλώσσα τραγουδιού έχουν επικρατήσει διεθνώς ήδη από τη δεκαετία του ’60, δε θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι αυτό έγινε με αφετηρία ένα μάλλον επαναστατικό πολιτιστικό φαινόμενο, όπως ήταν η ποπ, που για διάφορους λόγους κατάφερε να εκφράσει τις τάσεις αμφισβήτησης που ξεσπούσαν κατά κύματα στις νέες γενιές όλου του τότε ανεπτυγμένου δυτικού κόσμου. Η παγκοσμιοποίηση υπό την έννοια του «κυρίαρχου πολιτισμού» είναι φαινόμενο παλαιό και συνδέεται με μορφές κυριαρχίας αλλά και ευρύτερες εξελίξεις (κάποτε τα ελληνικά ήταν η ισχυρή γλώσσα του τότε παγκόσμιου πολιτισμού, αργότερα πήραν τα λατινικά τη θέση τους, σήμερα είναι τα αγγλικά και πάει λέγοντας). Τέτοια φαινόμενα δεν αντιμετωπίζονται με «χαπάκια» τόνωσης φολκλοριστικών στοιχείων ή, ακόμη χειρότερα, με την αναβίωση τοπικισμών/ εθνικισμών! Ο πολιτισμός δεν πρέπει να διατηρείται στη ζωή με τεχνητή αναπνοή, παρά μόνο αν έχει στ’ αλήθεια κάτι να πει. Μ’ άλλα λόγια «η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία» και θα πρέπει να προσέξουμε να μην κάνουμε τη μελαγχολία μας πολιτική, γιατί εκεί κρύβονται πολλοί κίνδυνοι και εκεί έχουν τις ρίζες τους πολλά σύγχρονα εθνικιστικά-ρατσιστικά φαινόμενα.
Θυμίζω τέλος και το αυτονόητο, αυτό που ο Γ. Βούλγαρης στην αρθρογραφία του στα «Νέα» διατύπωσε ως «σύγχρονο μεταρρυθμιστικό διεθνισμό»: αυτός είναι ο στόχος, για να μην ξεχνιόμαστε, δεν είναι κανενός είδους «διάσωση». Οι μούμιες και τα φαγιούμ μπορεί να είναι πανέμορφα, αλλά είναι στα Μουσεία, και μέσα από εκεί εμπνέουν τη σύγχρονη τέχνη και εμπλουτίζουν τη σκέψη και την αισθητική όσων τα βλέπουν. Δεν μπορούμε παρά να ευχόμαστε ανοιχτά μουσεία, με πρόσβαση σε όλους, όχι τεχνητή αναβίωση των φαγιούμ!
Η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς όχι ως παρωχημένη μορφή του παρελθόντος, αλλά ως επίκαιρη πρόταση ζωής, ως τρόπος συμμετοχής στη σύγχρονη πραγματικότητα.
Ο καλύτερος τρόπος για να γίνει αυτό είναι να αντιμετωπίζεται η «κληρονομιά» ως κοινή κληρονομιά και μάλιστα σε διάφορα επίπεδα: βαλκανικό, ευρωπαϊκό, παγκόσμιο! Είναι βέβαιο ότι σήμερα όλα τα στοιχεία της τοπικής «μας» κληρονομιάς μπορούν να αναγνωσθούν με τέτοιο τρόπο. Έτσι, η Θεσσαλονίκη είναι μια βαλκανική μητρόπολη, το Βυζάντιο κοινή κληρονομιά των λαών της ΝΑ Ευρώπης, η κλασική αρχαιότητα ευρωπαϊκή και παγκόσμια κληρονομιά κ.ο.κ. Κατά τα λοιπά, είναι γνωστό ότι τόσο την ιστορία, όσο και την πολιτιστική κληρονομιά μπορούμε να τις «διαβάσουμε» με διάφορους τρόπους, και να βγάλουμε τα αντίστοιχα συμπεράσματα, ανάλογα με τα δικά μας πολιτικά-πολιτισμικά αιτούμενα. Βέβαιο είναι ότι ακόμη και αυτό που αποκαλείται «παρωχημένη μορφή του παρελθόντος» δεν είναι πολιτικά ουδέτερο, αλλά αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις και πρακτικές. Επίσης, το να βγάλουμε «επίκαιρες προτάσεις ζωής» από την πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι απαραίτητα θετικό: θυμίζω τη δράση πλήθους ποντιακών συλλόγων, που αντιμετωπίζουν π.χ. την εκμάθηση της ποντιακής μουσικής και του χορού ως αφορμή για τη διάδοση εθνικιστικών στερεοτύπων, ιδιαίτερα ανάμεσα στους νέους. Είναι σημαντικό να μη γίνονται παραφράσεις, του είδους π.χ. ότι οι φιλήσυχοι αγρότες του ορεινού Πόντου ήσαν πολεμοχαρείς τουρκοφάγοι ζωσμένοι με φυσεκλίκια- τα τραγούδια και η μουσική του Πόντου στο σύνολό τους δεν απηχούν άλλωστε τέτοιες «μνήμες».
Ο πολιτισμός ως στοιχείο αναβάθμισης του δημοσίου χώρου.
Μια ματιά, κυριολεκτικά, στο τι συμβαίνει γύρω μας, θα μας πείσει για τη σπουδαιότητα του πολιτισμού ως στοιχείου αναβάθμισης του δημόσιου χώρου: στο σημείο αυτό βρισκόμαστε πίσω και από πολλούς βαλκάνιους γείτονές μας. Οι ελληνικές πλατείες και οι δρόμοι, οι λίγοι πεζόδρομοι και τα κακοσυντηρημένα πάρκα προδίδουν αμέσως τη στρεβλή σχέση των ανθρώπων που ζουν στη χώρα μας με τον δημόσιο χώρο. Ο ελληνικός δημόσιος χώρος όχι απλώς δεν υποδέχεται τον πολιτισμό σε καμιά μορφή του, αλλά τον εχθρεύεται κιόλας. Είναι δε πιθανόν από το μυαλό των περισσότερων η συσχέτιση πολιτισμού-δημόσιου χώρου να φτάνει το πολύ στην όποια αξιοποίηση αρχαιολογικών χώρων. Αντίθετα, δεν μας περνά από το μυαλό ότι το ζήτημα έχει περισσότερες όψεις, που όλες συντείνουν σε ένα ζητούμενο: τη συμφιλίωση των πολιτών με τον δημόσιο χώρο, το άνοιγμα της ζωής των ανθρώπων προς τον χώρο αυτό με ό,τι θετικό αυτό συνεπάγεται (κοινωνική συνοχή, καταπολέμηση εγκληματικότητας, τόνωση πολιτιστικής παραγωγής κλπ). Μερικά απτά παραδείγματα: η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες όπου α) οι δημόσιοι χώροι βρίσκονται σε άθλια κατάσταση, είναι κυριολεκτικά βιασμένοι και προκαλούν τη συνέχιση αντίστοιχων συμπεριφορών, β) απουσιάζουν σχεδόν εντελώς σύγχρονες εικαστικές παρεμβάσεις, γ) απουσιάζουν άλλα δρώμενα, όπως θέατρο δρόμου, μουσική δρόμου, και όταν αυτά λαμβάνουν χώρα αντιμετωπίζονται με εχθρότητα-αδιαφορία από ένα απαίδευτο, επαρχιώτικο κοινό. Εξαιρέσεις-φωτεινά παραδείγματα αποτελεί το μετρό της Αθήνας, που είναι κυριολεκτικά νησίδα πολιτισμού (καθαρό, ασφαλές, με πλούσιες καλλιτεχνικές εικαστικές και μουσικές διαστάσεις-παρεμβάσεις), καθώς και τα ελάχιστα που έγιναν στο πλαίσιο των Ολυμπιακών, π.χ. η πεζογέφυρα Καλατράβα, που, με όλη τη μιζέρια της κριτικής που δέχτηκε, αποτελεί το μόνο σύγχρονο αξιοθέατο της πόλης μας, μετά τον «ελληνικό» δρομέα, που και αυτός δεν είχε τύχει καλύτερης μεταχείρισης στον καιρό του. Αντίστοιχα το ναδίρ στη σχέση πολιτισμού-δημόσιου χώρου απεικονίζεται στην κατάσταση του Εθνικού Κήπου και του Πεδίου του Άρεως, στο πλήθος των κακόγουστων ελληνοκεντρικών αγαλμάτων που κοσμούν την πόλη της Θεσσαλονίκης, φυσικά στα νεότευκτα κτίρια των εκκλησιών, σε δημόσιες υπηρεσίας μαζικής εξυπηρέτησης πολιτών, π.χ. δημόσια νοσοκομεία, κεντρικές υπηρεσίες ΙΚΑ, κλπ- ο κατάλογος αυτός δυστυχώς δύσκολα θα βρει τέλος. Φοβόμαστε, ότι θα ήσαν ανατριχιαστικά τα αποτελέσματα ερευνών που θα καταμετρούσαν την επίδραση της κατάστασης και διαχείρισης των χώρων αυτών στη σχέση των πολιτών με τη δημόσια σφαίρα γενικότερα…Πάνω σ’ αυτό θα άξιζε να προσεχθούν οι παρατηρήσεις του Β. Καραποστόλη για τη σχέση της κακής όψης των κτιρίων –προεξάρχον στοιχείο της κακής κατάστασης του ελληνικού δημόσιου χώρου- με τη σχέση του πολίτη με τα κοινά (απαισιοδοξία, έλλειψη εμπιστοσύνης στο μέλλον, στη συλλογικότητα, κλπ)
Ο Πολιτισμός ως ποιοτικό στοιχείο του τουριστικού προϊόντος της χώρας
Ως προς το ζήτημα αυτό έχουν λεχθεί ήδη και γραφεί πολλά. Εδώ θα περιοριστούμε σε μια διάκριση και δυο επισημάνσεις. 1) Η διάκριση: ο πολιτισμός σε σχέση με την επίδρασή του στον τουρισμό θα πρέπει να ειδωθεί και με τις δυο διαστάσεις του, δηλαδή τόσο ως «πολιτιστικό προϊόν-πολιτιστική παραγωγή εν στενή εννοία», όσο και ως πολιτισμός της καθημερινότητας, όπως περιγράφηκε πιο πάνω. Έτσι, εξίσου σημαντική με την ύπαρξη σημαντικών φεστιβάλ και την καλή κατάσταση των αρχαιολογικών χώρων φαίνεται πως είναι για το τουριστικό προφίλ της χώρας και η ευγένεια στη συμπεριφορά όσων έρχονται σε επαφή με τους τουρίστες, η κατάσταση του περιβάλλοντος, η μεταχείριση που επιφυλάσσεται στη φύση και στα ζώα, η εν γένει ποιότητα ζωής (π.χ. συγκοινωνίες) κ.α. 2) Οι επισημάνσεις: θα είναι πολύ χρήσιμο και για το τουριστικό προφίλ μας και γενικότερα, αν ξεφύγουμε και εδώ από τον εθνοκεντρισμό μας και αποφασίσουμε να «πουλήσουμε» κάτι καλύτερο από τα αρχαία μάρμαρα. Συγκεκριμένα, θα είναι πολύ σημαντικό αν εκμεταλλευτούμε το πραγματικά αμίμητο κάλλος του ελλαδικού χώρου και των μνημείων του για να φιλοξενήσουμε αληθινά σημαντικά πολιτισμικά γεγονότα διεθνούς κύρους (π.χ. πραγματικά σημαντικές εκθέσεις εικαστικών κλπ, που δε θα φέρουν απαρέγκλιτα «ελληνοπρεπή» απόχρωση- βλ. από τον Γκρέκο στον Σεζάν και, πρόσφατα, έξι γλύπτες που συνομιλούν με την ελληνική αρχαιότητα).
Η άρση των περιφερειακών ανισοτήτων τόσο ως προς τη δημιουργία πολιτιστικών υποδομών όσο και ως προς τη ζήτηση των πολιτιστικών προϊόντων και υπηρεσιών.
Και ως προς το σημείο αυτό λίγα έχει να προσθέσει κανείς στην εν γένει συζήτηση για τα δεινά ενός συγκεντρωτικού μοντέλου διακυβέρνησης-ανάπτυξης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνον ελληνικό, αλλά αφορά και άλλες χώρες που υπακούν στο συγκεντρωτικό μοντέλο, π.χ. τη Γαλλία. Αυτό που έχει σημασία, είναι τουλάχιστον οι βασικές υποδομές να μη λείπουν από πουθενά, ώστε να υπάρχει τουλάχιστον σε ένα στοιχειώδες επίπεδο εξασφάλιση της ισότητας από την πλευρά των κρατικών παροχών. Αυτό σημαίνει ότι από καμιά γωνιά της χώρας δε θα πρέπει να λείπουν στοιχειωδώς επαρκείς βιβλιοθήκες (βλέπε και δισκοθήκες, ταινιοθήκες) και μουσεία, ιδίως σήμερα που το διαδίκτυο προσφέρει τεράστιες δυνατότητες να γεφυρώνονται οι αποστάσεις με σχετικά μικρό κόστος. Επίσης σημαίνει πλήθος πρωτοβουλιών όπως το «Πάμε Σινεμά», που επισημάνθηκε πιο πάνω. Σημαίνει ακόμα σημαντικές διασυνοριακές πρωτοβουλίες σε τοπικό επίπεδο, επικοινωνία δηλαδή των όμορων τοπικών κοινωνιών, π.χ. Β. και Ν. Ηπείρου, Δυτικής και Ανατολικής Θράκης, Β. και Ν. Μακεδονίας, Ανατολικού και Ν.Α. Αιγαίου κ.ο.κ., ανάδειξη κοινών πολιτισμικών παρονομαστών (ιστορία, μουσική, έθιμα, κλπ), ανταλλαγή επισκέψεων ιδίως ανάμεσα στους νέους (μαθητές σχολείων). Η γαλλογερμανική εμπειρία θα έχει σίγουρα να μας διδάξει χρήσιμα παραδείγματα επ’ αυτού. Δίνεται παράλληλα μια καλή ευκαιρία για καλλιέργεια και ανάδειξη τοπικών ταυτοτήτων με ταυτόχρονο άνοιγμα και όχι κλείσιμο προς τον έξω κόσμο.
Η στήριξη των καινοτόμων και των πειραματικών πρωτοβουλιών έκφρασης
Και εδώ, βεβαίως, δε χρειάζεται να ανακαλύψουμε εκ νέου την Αμερική ή την πυρίτιδα. Είναι γνωστό ότι λείπει από την Ελλάδα ένα εκτεταμένο φάσμα πρωτοβουλιών βράβευσης ακριβώς των περί ου ο λόγος πρωτοβουλιών. Προσοχή: για τη βράβευση νέων και καινοτόμων καλλιτεχνών αλλά όχι μόνο, ια πρέπει να προσεχθούν τα εξής: 1) Να αξιοποιηθούν στο έπακρο οι πολιτισμικοί φορείς της πολιτείας: φορείς που μπορούν να διεξάγουν πρωτότυπους διαγωνισμούς και να βραβεύσουν είναι, π.χ., η Εθνική Πινακοθήκη, το Τρίτο Πρόγραμμα, το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το Μέγαρο, η Λυρική, το Εθνικό και τα άλλα δημόσιου χαρακτήρα θέατρα κλπ. Υπάρχουν πολλοί και ενδιαφέροντες τρόποι τέτοιοι φορείς να βραβεύσουν προβάλλοντας παράλληλα και τον εαυτό τους. Ως παράδειγμα αναφέρουμε τη λονδρέζικη National Gallery, που φιλοξενεί σε τακτά διαστήματα σύγχρονους καλλιτέχνες καλώντας τους να φιλοτεχνήσουν έργα σε «διάλογο» με τα δικά της κλασικά εκθέματα, ή την επίσης λονδρέζικη National Portrait Gallery, που διοργανώνει κάθε χρόνο διαγωνισμό πορτρέτου, και εκθέτει τα αποτελέσματα. 2) Για τον σκοπό αυτό οι δημόσιοι φορείς μπορούν να συνεργαστούν με ιδιωτικούς, αξιοποιώντας τις δυνατότητες που αυτοί παρέχουν, π.χ. εφημερίδες και περιοδικά. Όταν π.χ. υπάρχει μια έγκριτη ιδιωτική πρωτοβουλία, π.χ. ένα καλό καλλιτεχνικό περιοδικό, και δε λείπουν αυτά, τότε το κράτος θα πρέπει να την ενισχύει και να συνεργάζεται με αυτήν.3) Ως γενικός κανόνας ισχύει ότι οι βραβεύσεις και άλλου είδους ενισχύσεις θα πρέπει να δίνονται από ανεξάρτητες επιτροπές, αποτελούμενες από ανθρώπους του χώρου, και κυρίως από επιτροπές με διάρκεια στο χρόνο και αυτοτέλεια στη λειτουργία τους και στη διαδοχή τους. Το ελληνικό κράτος έχει απαξιωθεί στον τρόπο που ως τώρα λειτούργησε επ’ αυτού και θα πρέπει να περάσει πολύς καιρός και να λειτουργήσουν πραγματικά ανεξάρτητα τέτοιοι θεσμοί, ώστε να αποκατασταθεί ή να κερδηθεί το όποιο κύρος τους.
Η αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχουν οι νέες τεχνολογίες και η Κοινωνία της Πληροφορίας
Σχετικά με το θέμα αυτό έχουν ήδη γίνει παρατηρήσεις στα πιο πάνω. Είναι σαφές ότι μπορεί πλέον με ελάχιστο κόστος μια βιβλιοθήκη σε μια μικρή κωμόπολη να συνδεθεί με μια από τις μεγαλύτερες βιβλιοθήκες του πλανήτη. Μόνο που για να συνδεθεί η βιβλιοθήκη της μικρής κωμόπολης θα πρέπει α) να υπάρχει, β) να διαθέτει στοιχειώδη (φθηνή) υλικοτεχνική υποδομή και γ) να ληφθούν οι απαραίτητες (εύκολες) πρωτοβουλίες διασύνδεσης. Τα ίδια ισχύουν πλέον και για ταινιοθήκες (DVD), δισκοθήκες (CD) κλπ. Είναι εξάλλου γνωστή η σημασία που αποδίδουν πλέον τα σύγχρονα μουσεία στη χρήση των νέων τεχνολογικών, τόσο για την προβολή των δικών τους εκθεμάτων, όσο και για τη διασύνδεσή τους με άλλα μουσεία. Και εδώ μπορεί να μπει ο στόχος της δημιουργίας πολλών μικρών τοπικών μουσείων, με αξιοποίηση αυτών των μέσων, και θεματική όχι απαραίτητα φολκλοριστική. Υπάρχει άραγε μουσείο για τη σπογγαλιεία σε κάποιο από τα μικρότερα νησιά της Δωδεκανήσου; Υπάρχει μουσείο για τον κρόκο στην Πέλλα; Υπάρχει μουσείο για την Πηνελόπη Δέλτα; Αναφέρουμε αυτά τα τρία παραδείγματα, γιατί σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες θα αποτελούσαν αυτονόητη μέριμνα εκ μέρους του κράτους αλλά και τοπικών κοινωνιών και για να δείξουμε ότι δεν είναι τα εξτραβαγκάν που μας λείπουν αλλά τα στοιχειώδη. Για να μη μιλήσουμε για την κατάσταση των υπαρχόντων- του μουσείου Γιαννούλη Χαλεπά στην Τήνο, του μουσείου για το απολιθωμένο δάσος στη Λέσβο κλπ. Με τη βοήθεια των νέων τεχνολογιών τα μουσεία αυτά μπορούν να διασυνδεθούν μεταξύ τους και με μουσεία του εξωτερικού αλλά και να προσφέρουν διαφορετικές μουσειακές εμπειρίες, ιδιαίτερα στους νεώτερους επισκέπτες.
Η περί τον Πολιτισμό διδασκαλία ως βασική συνιστώσα της εκπαιδευτικής διαδικασίας
Τουλάχιστο στο επίπεδο της δημοτικής και μέσης εκπαίδευσης νομίζουμε ότι δεν τίθεται θέμα ξεχωριστής διδασκαλίας, αλλά «πολιτισμικού μηνύματος» που διέπει το σύνολο του εκπαιδευτικού φαινομένου. Ως προς αυτό ισχύουν όσα έχουν ήδη ειπωθεί για τον καθολικό χαρακτήρα του πολιτισμικού φαινομένου. Ως προς την ύπαρξη ειδικών σπουδών και τίτλων εξειδίκευσης θα πρέπει να ακουσθούν οι ειδικοί και να μελετηθεί η διεθνής εμπειρία.
Η προβολή του παραγόμενου πολιτιστικού προϊόντος εκτός συνόρων
Χρειάζεται εδώ μεγάλη προσοχή: το καλό προϊόν θα βρει, κατά πάσα πιθανότητα, το δρόμο του, και χωρίς κρατική στήριξη ή βοήθεια. Φυσικά, ένα έξυπνο κράτος, ένας καλός διαχειριστής, είναι αυτός που θα «πέσει πάνω» ακριβώς στο καλό προϊόν και θα ωθήσει τα πράγματα προς ακόμη καλύτερες επιδόσεις. Πρόσφατο ηχηρό παράδειγμα καλού προϊόντος και κακής διαχείρισης η έκθεση βιβλίου της Φρανκφούρτης. Τα βιβλία του Μάρκαρη (με τον γνωστό πρωταγωνιστή αστυνόμο Χαρίτο) κατέκτησαν τη γερμανική αγορά χωρίς την παραμικρή κρατική συνδρομή. Με αφορμή, αντίθετα, την έκθεση, προβλήθηκαν βιβλία που δεν επρόκειτο να έχουν καμία τύχη έξω- γιατί άλλωστε, αφού δεν την είχαν ούτε εντός των συνόρων; Το ενδιαφέρον είναι ότι τίποτε από αυτά δεν πέρασε στον ελληνικό τύπο, αφού, ενόσω στον έγκυρο γερμανικό τύπο γράφονταν απαξιωτικές κριτικές για βιβλία που κατά κόρον είχαν ενισχυθεί από τους αρμόδιους (εννοώ: η μετάφρασή τους και η προβολή τους), οι ελληνικές εφημερίδες παραληρούσαν κυριολεκτικά για την επιτυχία (;) της έκθεσης της Φρανκφούρτης. Φυσικά, ο χρόνος πέρασε άπρακτος, και φάνηκε σιγά-σιγά ότι ο βασιλιάς ήταν γυμνός. Θέλουμε να πούμε: ο Μάρκαρης είναι «άλογο που κερδίζει». Και υπάρχουν αντιστοιχίες και σε άλλους χώρους, π.χ. η παράσταση του Μαρμαρινού «Εθνικός Ύμνος», το βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου που πήρε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο μετάφρασης στη Μ. Βρετανία, κλπ. Για κάποιο λόγο, όμως, το ελληνικό κράτος δεν θέλει να ποντάρει τα λεφτά του σ’ αυτά τα άλογα, αλλά σε εκείνα που σταθερά χάνουν. Ας μην απορούμε, λοιπόν, που δυσκολευόμαστε τόσο να φτιάξουμε πρωταγωνιστές διεθνούς κύρους. Δεν μας λείπουν οι δυνατότητες, απλώς είμαστε αυτοκαταστροφικοί (άλλωστε, τι ενδιαφέρει η κριτική των μεγάλων ξένων εντύπων, όταν οι αρμόδιοι έλληνες δημοσιογράφοι δεν μιλούν καμία ξένη γλώσσα;). Πάντως, περισσότερο σοβαρά, η Φρανκφούρτη είναι μια σειρά από μεγάλες χαμένες ευκαιρίες: δεν μεταφράστηκαν (στα γερμανικά) έργα όπως η Τριλογία του Τσίρκα, το σημαντικότερο ίσως μυθιστόρημα του 20ου αιώνα, ενώ μεταφράστηκαν βιβλία που σε λίγα χρόνια κανείς δε θα τα θυμάται πια…Δεν υπολογίστηκε καθόλου το γεγονός ότι η Φρανκφούρτη δεν είναι έκθεση λογοτεχνικού βιβλίου αλλά βιβλίου γενικότερα- συνεπώς ήταν μοναδική ευκαιρία για προβολή όσων ελληνικών αριστείων διαθέτουμε στον τομέα της βιβλιοπαραγωγής, και τέτοιο είναι κατά γενική ομολογία το αριστείο στον τομέα της επιστημονικής ενασχόλησης με την ιστορία…Πότε άλλοτε θα παρουσιαστεί ευκαιρία για προβολή του έργου των ελλήνων ιστορικών, παλαιότερων και νέων, που είναι ό,τι καλύτερο έχει ίσως να επιδείξει η χώρα μας στον ευρύτερο χώρο των επιστημών του ανθρώπου;
Οι πολιτιστικές δράσεις ως παράμετρος σύστασης νέων θέσεων εργασίας και απασχόλησης
Το σχετικό όφελος ιδίως σε μια οικονομία που στηρίζεται στην παροχή υπηρεσιών, όπως η Ελλάδα, είναι προφανές. Ακόμη καλύτερο θα είναι αν, σε συνδυασμό με αντίστοιχες πρωτοβουλίες στην εκπαίδευση (αντίστοιχα προσανατολισμένα εκπαιδευτικά προγράμματα στις ανώτερες και ανώτατες βαθμίδες της εκπαίδευσης και διασύνδεσή τους με την πρακτική, με αξιοποίηση π.χ. ξενοδοχείων, αεροπορικών εταιριών και αρχαιολογικών χώρων για την πρακτική άσκηση των φοιτητών) μπορούν να δώσουν πολλές ευκαιρίες εξειδίκευσης. Τέτοια προγράμματα σπουδών θα μπορούσαν τότε, διεθνοποιούμενα (π.χ. αγγλόφωνοι κύκλοι σπουδών) να αποτελέσουν πόλους έλξης ξένων φοιτητών στην Ελλάδα, από τα Βαλκάνια αλλά και από αλλού. Εφόσον τέτοιες πρωτοβουλίες συνδέονταν με συγκεκριμένες τοπικές κοινωνίες θα έδιναν και τα ανάλογα αναπτυξιακά οφέλη.
Πολιτιστική Ολυμπιάδα
Θα μπορούσε να γίνει μόνιμος θεσμός ή πλέγμα θεσμών σε συνεργασία και με τα γειτονικά κράτη της ΝΑ Ευρώπης, χωρίς αυτό να απαιτεί απαραίτητα έγκριση άλλου τύπου. Θα ήταν ίσως το μόνο «μεγάλο έργο» που θα μπορούσε να υλοποιηθεί έξω από το φάσμα του μεγαλοϊδεατισμού. Φυσικά θα πρέπει να εξαχθούν τα απαραίτητα διδάγματα από τη μέχρι τώρα εμπειρία και να αποφευχθεί η επανάληψή τους στο μέλλον (ο ελληνοκεντρισμός ως λανθάνον υπόστρωμα του «πολιτισμού των πολιτισμών», η αποσπασματικότητα, ο κατακερματισμός, η έλλειψη συνέχειας, σχεδίου με μέλλον). Θα πρέπει να διασωθούν και να προσεχθούν πολύ θεσμοί που ήδη λειτουργούν στη σωστή κατεύθυνση, π.χ. η βαλκανική συνιστώσα του κινηματογραφικού φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης
Παπανδρέου Χαράλαμπος
Υπεύθυνος Δικτύου Πολιτισμού Νομαρχιακής
Επιτροπής Δυτικής Αθήνας (Β3)
xpapandreou@yahoo.gr
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου